11.5.26

Αιγιαλός και παραλία: Ιδιοκτησιακό καθεστώς, Κτηματολόγιο, καταπατήσεις και αυθαίρετα

 


Ο σαφής διαχωρισμός μεταξύ δημόσιας και ιδιωτικής γης στις παράκτιες περιοχές παραμένει ένα σύνθετο και διαχρονικό ζήτημα. Σήμερα, με τη λειτουργία του Κτηματολογίου και την κύρωση των δασικών χαρτών, αποκαλύπτονται με μεγαλύτερη σαφήνεια περιπτώσεις καταπατήσεων, ακόμη και σε ζώνες αιγιαλού που για χρόνια παρέμεναν αμφισβητούμενες.

Σε πολλές περιπτώσεις, ο καθορισμός του αιγιαλού αποκαλύπτει αποκλίσεις ανάμεσα στην πραγματική κατάσταση και σε όσα θεωρούσαν δεδομένα οι ιδιοκτήτες, γεγονός που οδηγεί σε εντάσεις και νομικές αμφισβητήσεις.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, καθίσταται αναγκαίο οι πολίτες να ενημερώνονται έγκαιρα για τα όρια του αιγιαλού και της παραλίας, προκειμένου να αποφευχθούν κυρώσεις για αυθαίρετες κατασκευές και να διασφαλιστεί ο κοινόχρηστος χαρακτήρας των ακτών.

Πότε μια χρήση του αιγιαλού συνιστά καταπάτηση;

Καταπάτηση συνιστά κάθε αυθαίρετη κατάληψη ή χρήση του αιγιαλού και της παραλίας χωρίς νόμιμη παραχώρηση ή κατά παράβαση των όρων αυτής. Η έννοια καλύπτει τόσο την υπέρβαση των ορίων από επιχειρήσεις όσο και την παράνομη οικειοποίηση τμημάτων ακτής από ιδιώτες, μέσω κατασκευών, περιφράξεων ή άλλων παρεμβάσεων.

Τι συμβαίνει όταν καθορίζεται αιγιαλός σε ιδιωτική έκταση και περιλαμβάνει παλαιές εγκαταστάσεις;

Ο αιγιαλός, ως φυσικός σχηματισμός, θεωρείται εκ του νόμου κοινόχρηστος και ανήκει στο Δημόσιο, ανεξαρτήτως του χρόνου κατασκευής ή ύπαρξης των εγκαταστάσεων.

Στην πράξη, ακόμη και αν οι κατασκευές είναι ιδιαίτερα παλαιές, η υπαγωγή τους εντός της οριογραμμής του αιγιαλού συνεπάγεται ότι θεωρούνται αυθαίρετες ως προς τη χρήση του κοινόχρηστου χώρου και δεν νομιμοποιούνται λόγω παλαιότητας. Η Διοίκηση δύναται να διατάξει την απομάκρυνσή τους, στο πλαίσιο προστασίας του αιγιαλού.

Τι γίνεται με τις εγκαταστάσεις εντός παραλίας;

Διαφορετική με τον αιγιαλό είναι η αντιμετώπιση για τη ζώνη παραλίας (δηλαδή την τεχνητά καθοριζόμενη ζώνη πέραν του αιγιαλού). Στην περίπτωση αυτή, εφόσον πρόκειται για ιδιωτική έκταση που απαλλοτριώνεται για λόγους δημόσιας ωφέλειας, ο ιδιοκτήτης διατηρεί δικαίωμα αποζημίωσης, υπό την προϋπόθεση ότι δεν έχει ήδη συντελεστεί απαλλοτρίωση.

Επιπλέον, σε ορισμένες περιπτώσεις παλαιών κατασκευών που προϋπήρχαν της επίσημης χάραξης, μπορεί να εξεταστεί η δυνατότητα τακτοποίησης, εφόσον πληρούνται συγκεκριμένες χρονικές και νομικές προϋποθέσεις. Σε κάθε περίπτωση, η οριστική αντιμετώπιση εξαρτάται από τη φύση της έκτασης (αιγιαλός ή παραλία), τον χρόνο κατασκευής και το εφαρμοστέο κανονιστικό πλαίσιο.

Πώς επηρεάζει το Κτηματολόγιο τα ιδιοκτησιακά δικαιώματα σε παραθαλάσσια ακίνητα;

Το Κτηματολόγιο δεν αφαιρεί ιδιοκτησιακά δικαιώματα, αλλά τα καταγράφει με βάση τα επίσημα όρια του αιγιαλού και της παραλίας. Όταν, κατά την καταχώριση, προκύπτει ότι τμήμα ενός ακινήτου εμπίπτει σε ζώνη αιγιαλού ή παραλίας, το τμήμα αυτό θεωρείται δημόσιο και δεν αναγνωρίζεται ως ιδιωτική ιδιοκτησία.

Στην πράξη, αυτό μπορεί να οδηγήσει σε «μείωση» της ιδιοκτησίας όπως την αντιλαμβανόταν ο ιδιοκτήτης, χωρίς όμως να πρόκειται για αφαίρεση από το Κτηματολόγιο, αλλά για εφαρμογή του νομικού καθεστώτος του αιγιαλού.

Τι μπορεί να κάνει ο πολίτης όταν θεωρεί ότι ο καθορισμός αιγιαλού θίγει την ιδιοκτησία του;

Ο πολίτης μπορεί να αμφισβητήσει τη νομιμότητα της χάραξης προσφεύγοντας στα διοικητικά δικαστήρια, επικαλούμενος σφάλματα ή ελλιπή στοιχεία. Παράλληλα, έχει τη δυνατότητα να ζητήσει επανακαθορισμό της οριογραμμής, εφόσον διαθέτει νέα τεχνικά δεδομένα.

Αν πρόκειται για ζώνη παραλίας και όχι αιγιαλό, μπορεί να διεκδικήσει αποζημίωση λόγω απαλλοτρίωσης μετά τη σύνταξης πράξης αναλογισμού. Επιπλέον, μπορεί να ζητήσει αναστολή μέτρων, όπως κατεδαφίσεις, μέχρι να κριθεί οριστικά η υπόθεση.

Ποιος συντάσσει την πράξη αναλογισμού για την αποζημίωση στη ζώνη παραλίας;

Η πράξη αναλογισμού συντάσσεται από τον αρμόδιο δήμο, μέσω των τεχνικών και πολεοδομικών του υπηρεσιών, στο πλαίσιο της διαδικασίας απαλλοτρίωσης για τη δημιουργία της ζώνης παραλίας.

Πρόκειται για διοικητική πράξη με την οποία προσδιορίζονται:

  • οι θιγόμενες ιδιοκτησίες
  • τα τμήματα που απαλλοτριώνονται
  • και η αναλογούσα αποζημίωση για κάθε ιδιοκτήτη

Η πράξη εγκρίνεται από τα αρμόδια όργανα της Διοίκησης και αποτελεί προϋπόθεση για την ολοκλήρωση της απαλλοτρίωσης και την καταβολή αποζημίωσης.

Τι μπορεί να κάνει ο πολίτης όταν απορρίπτεται το αίτημα επανακαθορισμού του αιγιαλού;

Ο πολίτης μπορεί να προσφύγει στα διοικητικά δικαστήρια ζητώντας την ακύρωση της απορριπτικής απόφασης, επικαλούμενος σφάλματα ή ελλιπή αιτιολογία. Παράλληλα, έχει τη δυνατότητα να ζητήσει αναστολή μέτρων (π.χ. κατεδαφίσεις) μέχρι να εκδικαστεί η υπόθεση.

Επιπλέον, μπορεί να υποβάλει νέο αίτημα επανακαθορισμού, εφόσον διαθέτει νέα τεχνικά στοιχεία.

Τι είναι η ΠΟΑ (Προσωρινή Οριογραμμή Αιγιαλού);

Η ΠΟΑ αναφέρεται στην Προσωρινή Οριογραμμή Αιγιαλού, δηλαδή σε μια γραμμή που χαράχθηκε διοικητικά από το Υπουργείο Οικονομικών πάνω στους ορθοφωτοχάρτες του Κτηματολογίου (περίοδος 2007–2009), στο πλαίσιο επιτάχυνσης της χαρτογράφησης της παράκτιας ζώνης.

Η ΠΟΑ δεν ταυτίζεται με τον οριστικό αιγιαλό που καθορίζεται με διοικητική πράξη μετά από πλήρη διαδικασία (τεχνική έκθεση, αυτοψία, δημοσίευση κ.λπ.). Πρόκειται για ένα εργαλείο προσωρινού χαρακτήρα.

Ωστόσο, στην πράξη έχει σημαντικές επιπτώσεις, καθώς χρησιμοποιείται από υπηρεσίες για ελέγχους και ενδέχεται να επηρεάσει ιδιοκτησιακά δεδομένα.

Πώς αντιμετωπίζονται αυθαίρετες κατασκευές εντός αιγιαλού;

Οι αυθαίρετες κατασκευές εντός αιγιαλού δεν νομιμοποιούνται και, κατά κανόνα, κατεδαφίζονται, καθώς ο αιγιαλός αποτελεί κοινόχρηστο χώρο που προστατεύεται από τη νομοθεσία.

Αντίθετα, για κατασκευές που βρίσκονται στη ζώνη παραλίας (εκτός αιγιαλού), μπορεί κατ’ εξαίρεση να επιτραπεί τακτοποίηση, υπό προϋποθέσεις, ιδίως αν προϋπήρχαν της χάραξης.

Επιτρέπεται η περίφραξη οικοπέδων κοντά στη θάλασσα;

Η νομοθεσία απαγορεύει τις περιφράξεις σε ζώνη πλάτους έως 500 μέτρων από την ακτή εκτός σχεδίου πόλης, όταν αυτές παρεμποδίζουν την πρόσβαση προς τον αιγιαλό. Περιφράξεις που εμποδίζουν τη διέλευση θεωρούνται αυθαίρετες και μπορούν να κατεδαφιστούν διοικητικά. Κατ’ εξαίρεση επιτρέπονται μόνο σε ειδικές περιπτώσεις και υπό αυστηρές προϋποθέσεις, χωρίς να θίγεται η πρόσβαση του κοινού.

Μπορούν να συντηρηθούν ή να επισκευαστούν παλαιές περιφράξεις και κατασκευές εντός ζώνης παραλίας;

Κατά γενικό κανόνα, δεν επιτρέπεται η εκτέλεση νέων κατασκευών ή η ουσιώδης επέκταση υφιστάμενων εγκαταστάσεων εντός της ζώνης παραλίας, καθώς ο χώρος προορίζεται να καταστεί κοινόχρηστος. Ωστόσο, για παλαιές κατασκευές που προϋφίστανται της χάραξης της παραλίας, η νομοθεσία εμφανίζεται πιο ανεκτική.

Ειδικότερα, είναι δυνατόν να επιτραπούν εργασίες συντήρησης και επισκευής, υπό προϋποθέσεις.

Η δυνατότητα αυτή συνδέεται και με το γεγονός ότι, μέχρι την ολοκλήρωση της απαλλοτρίωσης, η ιδιοκτησία μπορεί τυπικά να παραμένει στον ιδιώτη, χωρίς όμως να μπορεί να αξιοποιηθεί ελεύθερα.

Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται στις περιφράξεις. Εφόσον αυτές παρεμποδίζουν την ελεύθερη πρόσβαση προς τον αιγιαλό, θεωρούνται παράνομες και μπορούν να κατεδαφιστούν, ακόμη και αν είναι παλαιές. Αντίθετα, περιφράξεις που δεν εμποδίζουν την πρόσβαση ενδέχεται να διατηρηθούν προσωρινά, πάντα υπό την επιφύλαξη της διοικητικής κρίσης.

Ποιος νόμος προβλέπει ότι δεν πρέπει να εμποδίζεται η πρόσβαση στον αιγιαλό και γιατί οι πολεοδομίες είναι αυστηρές;

Η βασική διάταξη που ρυθμίζει το ζήτημα είναι το άρθρο 23 του Ν. 1337/1983 (γνωστός ως «νόμος Τρίτση»). Σύμφωνα με αυτό:

  • Απαγορεύονται οι περιφράξεις σε περιοχές εκτός σχεδίου πόλεως ή εκτός ορίων οικισμών προ του 1923 και σε ζώνη πλάτους έως 500 μέτρων από την ακτή,
  • ιδίως όταν αυτές παρεμποδίζουν την πρόσβαση του κοινού προς τον αιγιαλό

Επιπλέον, η ίδια διάταξη δίνει στη Διοίκηση τη δυνατότητα:

  • να διατάσσει διακοπή εργασιών περίφραξης
  • και ακόμη και κατεδάφιση υφιστάμενων περιφράξεων, εφόσον κρίνεται ότι εμποδίζουν την πρόσβαση ή βλάπτουν το περιβάλλον

Γιατί οι πολεοδομίες δεν βγάζουν άδεια ακόμα και όταν δεν παρεμποδίζουν;

Ο νόμος πράγματι δεν απαγορεύει απόλυτα κάθε περίφραξη, αλλά θέτει ως βασική προϋπόθεση τη μη παρεμπόδιση της πρόσβασης. Ωστόσο, στην πράξη, η διοίκηση εφαρμόζει αυστηρή ερμηνεία, θεωρώντας ότι ακόμη και έμμεσοι περιορισμοί μπορεί να αντίκεινται στον κοινόχρηστο χαρακτήρα του αιγιαλού. Αυτός είναι και ο λόγος που πολλές πολεοδομίες εμφανίζονται αρνητικές ή επιφυλακτικές σε σχετικά αιτήματα.

Πώς εκδηλώνεται η καταπάτηση από ιδιοκτήτες παραθαλάσσιων ακινήτων;

Η καταπάτηση από ιδιοκτήτες οικοπέδων ή γεωτεμαχίων εκδηλώνεται κυρίως μέσω της περίφραξης εκτάσεων που εκτείνονται έως ή και εντός του αιγιαλού, της τοποθέτησης εμποδίων που αποκλείουν τη διέλευση ή της δημιουργίας αυθαίρετων κατασκευών. Συχνά παρατηρείται και η εσφαλμένη αντίληψη ότι η ιδιοκτησία επεκτείνεται μέχρι τη θάλασσα, γεγονός που δεν ανταποκρίνεται στη νομική πραγματικότητα.

Τι ισχύει αν παρεμβάλλεται ιδιωτικό ακίνητο μεταξύ δρόμου και αιγιαλού;

Ακόμη και στην περίπτωση που μεταξύ δημόσιας οδού και αιγιαλού παρεμβάλλεται ιδιωτική ιδιοκτησία, πρέπει να διασφαλίζεται ελεύθερη δίοδος για την πρόσβαση των πολιτών προς την παραλία. Η υποχρέωση αυτή απορρέει από τον κοινόχρηστο χαρακτήρα του αιγιαλού.



Της ΓΡΑΜΜΑΤΗΣ ΜΠΑΚΛΑΤΣΗ, τοπογράφου – πολεοδόμου μηχανικού, baklatsi@yahoo.gr

 Πηγή: taxydromos.gr

------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

Αιγιαλός & παραλία: τι ισχύει για οριοθέτηση, επενδύσεις, περιφράξεις, κατασκευές


Των Κωνσταντίνου Καρατσώλη*

Ιφιγένειας Τσακαλογιάννη**

-«Η ιδιότητα του αιγιαλού και της παραλίας ως κοινόχρηστα έχει επανειλημμένα επισημανθεί κατά τη συζήτηση ζητημάτων, που αφορούν στη σημασία της ακώλυτης πρόσβασης του κοινού στο παράκτιο μέτωπο, με την επιταγή η δυνατότητα πρόσβασης κάθε ατόμου προς τη θάλασσα και η απόλαυση της ως κοινού αγαθού να γίνεται από όλους κατά τρόπο άνετο και ανενόχλητο, ανεξαρτήτως του λόγου της παρουσίας τους στην ακτή (επίσκεψη, διέλευση, παραμονή, κολύμβηση)».

ΣΥΠΟΘΑ

-«Με εν ισχύ διάταξη του ν. 4495/17, δίνεται η δυνατότητα, παρόλο το αυστηρό τυπικό πλαίσιο απαγόρευσης των περιφράξεων λόγω της κοινοχρησίας αφενός και της ευαισθησίας αφετέρου του αιγιαλού και της παραλίας, για περίφραξη ακόμα και στα 50 μέτρα από τη γραμμή αιγιαλού για τουριστικές – ξενοδοχειακές εγκαταστάσεις. Λόγω της πρόβλεψης της παραπάνω εξαιρετικής δυνατότητας, κρίσιμη θεωρείται εν προκειμένω η γνωμοδότηση του ΣΥΠΟΘΑ, το οποίο θα κληθεί να κρίνει για το αναγκαίο της εκάστοτε περίφραξης σε κάθε ξεχωριστή περίπτωση».

Συμβούλια Αρχιτεκτονικής

-«Παράλληλα, σύμφωνα με το στοιχείο ιβ της § 1 του άρθρου 7 του ν. 4495/17, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 46 ν. 4759/2020, προβλέπεται πως στις αρμοδιότητες των Συμβουλίων Αρχιτεκτονικής που συγκροτούνται με απόφαση του Συντονιστή Αποκεντρωμένης Διοίκησης περιλαμβάνεται η  παροχή σύμφωνης γνώμης επί των αρχιτεκτονικών μελετών για κάθε οικοδομική εργασία σε απόσταση μικρότερη των εκατό (100) μέτρων από τη γραμμή παραλίας».

Παρέκκλιση στην απόλυτη προστασία αιγιαλού και παραλίας

-«Κατά παρέκκλιση του πλαισίου αυστηρής προστασίας του αιγιαλού και της παραλίας, ήτοι της γενικότερης απαγόρευσης παραχώρησης της αποκλειστικής χρήσης τους χορηγείται εκ του νομοθέτη η δυνατότητα μερικής εξαίρεσης από τη γενική αυτή απαγόρευση, με την παραχώρησης του δικαιώματος απλής χρήσης και της χρήσης για εκτέλεση έργων, η οποία εννοείται ως κάθε χρήση, εφόσον από αυτή δεν παραβιάζεται ο προορισμός του αιγιαλού/της παραλίας ως κοινόχρηστων πραγμάτων και δεν επέρχεται αλλοίωση στη φυσική μορφολογία τους και τα βιοτικά στοιχεία τους».

Οριοθέτηση του αιγιαλού και της παραλίας με 10 κριτήρια

Η οριοθέτηση του αιγιαλού και της παραλίας γίνεται από Επιτροπή, η οποία συγκροτείται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, με την πρόβλεψη για δευτεροβάθμια Επιτροπή Χάραξης στο Υπουργείο Οικονομικών. Σε κάθε περίπτωση, πριν από τη χάραξη της οριογραμμής του αιγιαλού και της παραλίας, η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη της τις φυσικές και λοιπές ενδείξεις, που επηρεάζουν το πλάτος του αιγιαλού και της παραλίας και ιδίως:

α) τη γεωμορφολογία του εδάφους, αναφορικά με κατηγορίες υψηλών και χαμηλών ακτών, τη σύστασή του, καθώς και το φυσικό όριο βλάστησης,

β) την ύπαρξη, τα όρια και το είδος των παράκτιων φυσικών πόρων,

γ) τα πορίσματα από την εκτίμηση των μετεωρολογικών στοιχείων της περιοχής,

δ) τη μορφολογία του πυθμένα,

ε) τον τομέα ανάπτυξης κυματισμού σε σχέση με το μέτωπο της ακτής,

στ) την ύπαρξη τεχνικών έργων στην περιοχή, που νομίμως υφίστανται,

ζ) τις τυχόν εγκεκριμένες χωροταξικές κατευθύνσεις και χρήσεις γης που επηρεάζουν την παράκτια ζώνη,

η) την ύπαρξη δημόσιων κτημάτων κάθε κατηγορίας που βρίσκονται σε άμεση γειτνίαση με την παράκτια ζώνη,

θ) τυχόν υφιστάμενο Κτηματολόγιο και

ι) την ύπαρξη ευπαθών οικοσυστημάτων και προστατευόμενων περιοχών.

Τι παρουσιάζεται στο άρθρο

Αναλυτικά στο δεύτερο μέρος ( δείτε εδώ το πρώτο μέρος) της νομικής μελέτης, με τίτλο: «Τα θαλάσσια παράκτια οικοσυστήματα και η ανθρώπινη δραστηριότητα εν έτει 2022 – Κωδικοποίηση και καταγραφή του ισχύοντος Δικαίου» παρουσιάζονται και αναλύονται τα ακόλουθα θέματα:

Ο καθορισμός των ορίων του παράκτιου οικοσυστήματος

-Ο καθορισμός του αιγιαλού

– Ο καθορισμός της παραλίας

Η κοινοχρησία μέσω της ακώλυτης πρόσβασης

-Η κυριότητα του αιγιαλού και της παραλίας

-Η απαγόρευση περιφράξεων και οι κατασκευές στον αιγιαλό

Το θέμα των περιφράξεων

-Οι περιφράξεις ξενοδοχείων

-Η παροχή γνώμης από το Συμβούλιο Αρχιτεκτονικής

-Η παρέκκλιση στην απόλυτη προστασία αιγιαλού και παραλίας

Η νομική φύση της παραχώρησης

-Οι περιπτώσεις παραχώρησης

-Πίνακας: τα έργα και οι δραστηριότητες για την κατασκευή και λειτουργία των οποίων παραχωρείται η απλή χρήση και η χρήση για εκτέλεση έργων σε αιγιαλό και παρα­λία

Η ειδική διαδικασία στην Τουριστική Αξιοποίηση

-Ειδικές διατάξεις για οργανωμένους υποδοχείς τουριστικών δραστηριοτήτων

-Ειδική διάταξη περί απαλλοτρίωσης για τουριστικά καταλύματα

-Η παραχώρηση στα Ειδικά Εργαλεία του Χωροταξικού – Πολεοδομικού Δικαίου

-Ειδικά Σχέδια Χωρικής Ανάπτυξης Δημοσίων Ακινήτων (ΕΣΧΑΔΑ)

-Ειδικά Σχέδια Χωρικής Ανάπτυξης Στρατηγικών Επενδύσεων (ΕΣΧΑΣΕ)

-Ειδικά Πολεοδομικά Σχέδια (ΕΠΣ)

Τα Αντιδιαβρωτικά Έργα

-Η κατασκευή εκ μέρους του Δημοσίου

-Η κατασκευή εκ μέρους ιδιώτη

Ο ρόλος της Θαλάσσιας Χωροταξίας

Τελικές παρατηρήσεις

 καθορισμός των ορίων του παράκτιου οικοσυστήματος

Σύμφωνα με τον βασικό ν. 2971/01 για τη προστασία του αιγιαλού και της παραλίας[1], ο οποίος αντικατέστησε τον ν. 2344/1940 «περί αιγιαλού και παραλίας» και έχει υποστεί αρκετές τροποποιήσεις, με σημαντικότερη αυτή του ν. 4607/2019[2]:  «αιγιαλός είναι η ζώνη ξηράς που βρέχεται από τη θάλασσα κατά τις μεγαλύτερες και συνήθεις αναβάσεις των κυμάτων της.» Στο ίδιο εδάφιο τονίζεται η σημασία του αιγιαλού ως μέγιστο φυσικό κεφάλαιο, με την αναφορά πως «ο αιγιαλός αποτελεί ουσιώδες στοιχείο του φυσικού περιβάλλοντος της Χώρας, που προστατεύεται από την Πολιτεία, η οποία το διαχειρίζεται, σύμφωνα με τη φύση του και τον κοινόχρηστο χαρακτήρα του»[3]. Η οριοθέτηση του αιγιαλού και της παραλίας γίνεται από Επιτροπή, η οποία συγκροτείται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, με την πρόβλεψη για δευτεροβάθμια Επιτροπή Χάραξης στο Υπουργείο Οικονομικών.

Σε κάθε περίπτωση, πριν από τη χάραξη της οριογραμμής του αιγιαλού και της παραλίας, η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη της τις φυσικές και λοιπές ενδείξεις, που επηρεάζουν το πλάτος του αιγιαλού και της παραλίας και ιδίως: α) τη γεωμορφολογία του εδάφους, αναφορικά με κατηγορίες υψηλών και χαμηλών ακτών, τη σύστασή του, καθώς και το φυσικό όριο βλάστησης,  β) την ύπαρξη, τα όρια και το είδος των παράκτιων φυσικών πόρων, γ) τα πορίσματα από την εκτίμηση των μετεωρολογικών στοιχείων της περιοχής, δ) τη μορφολογία του πυθμένα, ε) τον τομέα ανάπτυξης κυματισμού σε σχέση με το μέτωπο της ακτής, στ) την ύπαρξη τεχνικών έργων στην περιοχή, που νομίμως υφίστανται, ζ) τις τυχόν εγκεκριμένες χωροταξικές κατευθύνσεις και χρήσεις γης που επηρεάζουν την παράκτια ζώνη, η) την ύπαρξη δημόσιων κτημάτων κάθε κατηγορίας που βρίσκονται σε άμεση γειτνίαση με την παράκτια ζώνη,  θ) τυχόν υφιστάμενο Κτηματολόγιο και ι) την ύπαρξη ευπαθών οικοσυστημάτων και προστατευόμενων περιοχών.

1. Ο καθορισμός του αιγιαλού

Άρθρα: 3, 4, 5 και 9 ν. 2971/01

Με το άρθρο 1 § 1 του ν. 2971/2001, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 3-5 και 9, θεσπίζεται διοικητική διαδικασία για τον, κατά δέσμια αρμοδιότητα, καθορισμό της οριογραμμής του αιγιαλού ως φυσικού φαινομένου, δηλαδή της μέγιστης αλλά συνήθους αναβάσεως των χειμερίων κυμάτων σε δεδομένη χερσαία ζώνη. Η διαπίστωση αυτή μπορεί να γίνεται με οποιοδήποτε πρόσφορο, κατά τα δεδομένα της κοινής ή της επιστημονικής πείρας, μέσο, όπως και η αυτοψία των μελών της οικείας επιτροπής[4], κατ’ εκτίμηση αντικειμενικών δεδομένων και στοιχείων, που συναρτώνται με φυσικά φαινόμενα και τεχνικές κρίσεις ως προς το πλάτος του αιγιαλού και της παραλίας, τη μορφολογία και τη βαθυμετρία του θαλάσσιου πυθμένα, τον κυματισμό, ο οποίος επηρεάζει την παράκτια ζώνη και τη γεωμορφολογία του εδάφους όπου περιλαμβάνεται η τυχόν ύπαρξη βλαστήσεως, η οποία αποτελεί κατά τεκμήριο τη φυσική θέση της οριογραμμής του αιγιαλού[5]. Δηλαδή, δεν υφίσταται διακριτική ευχέρεια της Διοίκησης ως προς τον καθορισμό της οριογραμμής του αιγιαλού, αλλά η σχετική κρίση έχει αναγνωριστικό χαρακτήρα, ο οποίος εξαντλείται στην διαπίστωση της πραγματικής υφιστάμενης κατάστασης ύπαρξης αιγιαλού, βάσει αντικειμενικών κριτηρίων και αυτοψίας[6]. Μάλιστα, στο μέτρο που αμφισβητείται η ορθότητα της ουσιαστικής εκτίμησης της Διοίκησης ως προς τον καθορισμό των ορίων του αιγιαλού, οι προβαλλόμενοι λόγοι ακύρωσης είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, διότι ανάγονται σε ουσιαστική κρίση των οικείων διοικητικών οργάνων, η οποία δεν υπόκειται στον έλεγχο του ακυρωτικού δικαστή[7].

Βεβαίως, όπως έχει κρίνει επανειλημμένα ο Άρειος Πάγος, ο καθορισμός του ορίου του αιγιαλού ή του παλαιού αιγιαλού δεν είναι ικανός να προσδώσει την ιδιότητα του αιγιαλού ή του παλαιού αιγιαλού σε τμήμα γης, το οποίο δεν έχει τα παραπάνω χαρακτηριστικά. Και αυτό διότι, υπό την αντίθετη εκδοχή, ο κύριος του εδάφους, που κατά πλάνη περιλήφθηκε στα όρια του αιγιαλού ή του παλαιού αιγιαλού θα έχανε την ιδιοκτησία του με απλή πράξη της διοίκησης, κατά παράβαση των προστατευτικών αυτής συνταγματικών ορισμών. Έτσι, η ιδιότητα του αιγιαλού ή του παλαιού αιγιαλού προκύπτει από φυσικά και μόνο φαινόμενα και δεν δημιουργείται με πράξη της Πολιτείας[8].

2. Ο καθορισμός της παραλίας

Άρθρα: 3,5 και 9 ν. 2971/01

Αντιθέτως, η παραλία, η οποία ορίζεται πλέον ως «η ζώνη της ξηράς η οποία προστίθεται στον αιγιαλό προς εξυπηρέτηση της επικοινωνίας της ξηράς με τη θάλασσα και αντίστροφα, καθώς και για τη διατήρηση και προστασία των ακτών από τη διάβρωση και γενικότερα την προστασία του αιγιαλού», με γενικό κανόνα το πλάτος της να καθορίζεται σε τουλάχιστον τριάντα (30) και μέχρι πενήντα (50) μέτρα από τη γραμμή του αιγιαλού, αποδίδεται ως η προσθήκη με διοικητική πράξη ζώνης ξηράς προς εξυπηρέτηση των ανωτέρω σκοπών, και άρα αποτελεί προϊόν πράξης της Διοίκησης και όχι διαπίστωση αποκλειστικά φυσικών φαινομένων. Προς επίρρωση αυτού, η αρμόδια επιτροπή δύναται να καθορίσει μικρότερο πλάτος παραλίας, μετά από αιτιολογημένη κρίση της, λαμβάνοντας υπόψη, ιδίως, τα ειδικότερα γεωμορφολογικά στοιχεία και ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του φυσικού και δομημένου περιβάλλοντος της περιοχής, όπως και τα υπό εκπόνηση Τοπικά Χωρικά Σχέδια, νυν Τοπικά Πολεοδομικά Σχέδια του άρθρου 10 ν. 4759/ 2020[9], σύμφωνα με την § 1 του άρθρου 99 του ν. 4685/20[10], με το οποίο τροποποιήθηκε το σύστημα Χωρικού – Πολεοδομικού σχεδιασμού σε εθνικό και τοπικό επίπεδο.

Στο σημείο αυτό πρέπει να σημειωθεί πως η προσέγγιση του αιγιαλού και της παραλίας από την πλευρά του δικαίου εν γένει, και του χωροταξικού δικαίου ειδικότερα, οφείλει να είναι διττή: αφενός να αναγνωρίζει τη σημασία της διαφύλαξής τους για την προστασία του φυσικού περιβάλλοντος ως εκ των ων ουκ άνευ, αφετέρου να αναδεικνύεται ο κοινόχρηστος χαρακτήρας τους, ο οποίος και συντελεί στη διατήρηση του κοινωνικού χαρακτήρα τους[11].

Σχετικώς, έχει παρατηρηθεί πως εν τοις πράγμασι δεν ενδιαφέρει η νομική διάκριση σε ακτή, αιγιαλό και παραλία, εφόσον βασικό χαρακτηριστικό αυτού του χώρου είναι η εύκολη αποσταθεροποίηση των οικοσυστημάτων του (χερσαία και θαλάσσια, τελώντας σε στενή αλληλεξάρτηση) και η καταστροφή της βιοκοινότητας του, λόγω της ρύπανσης και της μη σχεδιασμένης χρήσης[12].

Η κοινοχρησία μέσω της ακώλυτης πρόσβασης

Ο δημόσιος σκοπός αιγιαλού και παραλίας άλλως ο προορισμός τους, συνίσταται στην κοινοχρησία τους, δηλ. στην επικοινωνία της ξηράς με τη θάλασσα και την ελεύθερη και απρόσκοπτη πρόσβαση των ατόμων προς αυτά και προς το θαλάσσιο μέτωπο, με καθένα να έχει δικαίωμα χρήσεώς τους, ως απόρροια του δικαιώματος της προσωπικότητας[13].

1. Η κυριότητα του αιγιαλού και της παραλίας

Άρθρο 1 ν. 2971/01

Ο αιγιαλός, ως χαρακτηρίζεται τόσο από το άρθρο 1 του ν. 2971/01 όσο και από τις διατάξεις των άρθρων 967 και 968 ΑΚ ως κοινόχρηστο πράγμα, αποτελεί φυσική δημόσια, κτήση, δηλαδή σε αντίθεση με τα τεχνητά κατασκευάσματα, δεν απαιτείται για την ένταξή του στη δημόσια κτήση διοικητική πράξη, αλλά λόγω της ίδιας της φύσης του είναι δημόσιο κτήμα δυνάμει γενικής και αφηρημένης επιταγής του νόμου[14]. Και η παραλία, παρόλο που δεν αναφέρεται ρητά στο ΑΚ 967, χαρακτηρίζεται διασταλτικά ως κοινόχρηστο πράγμα, γιατί εξυπηρετεί την κοινή χρήση.

Εν συνεχεία, ο κοινόχρηστος χαρακτήρας του αιγιαλού και της παραλίας οδηγεί στον χαρακτηρισμό τους ως πραγμάτων εκτός συναλλαγής, τα οποία είναι καταρχήν αμεταβίβαστα, ανεπίδεκτα ιδιωτικής κυριότητας και εμπραγμάτων δικαιωμάτων, απαλλοτρίωσης και εν γένει ιδιωτικών συναλλαγών[15]. Όπως έχει κρίνει ο Άρειος Πάγος, ο αιγιαλός ανήκει κατά νομική επιταγή στο Ελληνικό Δημόσιο, η δε κυριότητα, στην οποία ο ΑΚ υπάγει τα δημόσια κτήματα, είναι εκείνη του αστικού δικαίου, η οποία εξακολουθεί να υπάρχει όταν αυτά παύσουν, κατά τη διάταξη του άρθρου 971 ΑΚ, να υπηρετούν την κοινή χρήση, παύσουν δηλαδή να είναι εκτός συναλλαγής. Παράλληλα, αφού η ιδιότητα λωρίδας γης ή αιγιαλού αποτελεί συνάρτηση καθαρά φυσικών φαινομένων και, επομένως έστω και αν αυτός απωλέσει το χαρακτήρα του (από φυσικά ή τεχνητά αίτια) και καταστεί παλαιός αιγιαλός, εξακολουθεί ex lege να ανήκει στην κυριότητα του Δημοσίου χωρίς να συντρέχει ανάγκη, μετά από την αλλαγή αυτή, να αναζητηθεί άλλος τρόπος κτήσης ή διατήρησης της κυριότητας του Δημοσίου, όπως με χρησικτησία[16].

2. Η απαγόρευση περιφράξεων και οι κατασκευές στον αιγιαλό

Η ιδιότητα του αιγιαλού και της παραλίας ως κοινόχρηστα έχει επανειλημμένα επισημανθεί κατά τη συζήτηση ζητημάτων που αφορούν στη σημασία της ακώλυτης πρόσβασης του κοινού στο παράκτιο μέτωπο, με την επιταγή η δυνατότητα πρόσβασης κάθε ατόμου προς τη θάλασσα και η απόλαυση της ως κοινού αγαθού να γίνεται από όλους κατά τρόπο άνετο και ανενόχλητο, ανεξαρτήτως του λόγου της παρουσίας τους στην ακτή (επίσκεψη, διέλευση, παραμονή, κολύμβηση).

Προς επίρρωση των ανωτέρω, πάγια θέση της ελληνικής νομολογίας είναι ότι η συνταγματική προστασία της ιδιοκτησίας δεν αποκλείει την επιβολή περιορισμών στο περιεχόμενο και την έκταση του δικαιώματος αυτού, εφόσον οι περιορισμοί θεσπίζονται για λόγους προστασίας του δημοσίου συμφέροντος βάσει αντικειμενικών κριτηρίων, που δεν καθιστούν αδρανή την ιδιοκτησία σε σχέση με τον προορισμό της, ήτοι το σχετικό δικαίωμα δεν αποδυναμώνεται πλήρως, δεν εκμηδενίζεται ή εξαφανίζεται. Τέτοιου είδους περίπτωση αποτελεί εν προκειμένω η απαγόρευση περίφραξης ιδιόκτητων ακινήτων με την οποία αποκλείεται παντελώς η πρόσβαση στον αιγιαλό και την παραλία, ως φύσει κοινόχρηστα πράγματα, των οποίων η απόλαυση μέσω της ελεύθερης πρόσβασης σε αυτά προστατεύεται βάσει του κοινωνικού χαρακτήρα του δικαιώματος στο περιβάλλον και στο πλαίσιο του δικαιώματος στην προσωπικότητα[17].

Χαρακτηριστική διάταξη του διαχρονικής πεποίθησης του νομοθέτη περί κοινοχρησίας αποτελεί το άρθρο 23 του ν. 1337/1983[18], με το οποίο ο νομοθέτης απαγόρευσε τις περιφράξεις σε περιοχές εκτός εγκεκριμένων σχεδίων πόλεων ή οικισμών προ του 1923 και σε ζώνη πλάτους 500 μ. από την ακτή, προβλέποντας την επιβολή διακοπής εργασιών κάθε είδους περίφραξης, καθώς και την κατεδάφιση περιφράξεων, εφόσον αυτές παρεμποδίζουν την πρόσβαση προς την ακτή και στο μέτρο που η διακοπή ή η κατεδάφιση εξυπηρετεί την πρόσβαση αυτή ή που συμβάλλει στην προστασία του περιβάλλοντος, καθώς και την επιβολή προστίμου ανέγερσης αυθαιρέτου και προστίμου διατήρησης αυθαιρέτου[19].

Παράλληλα, και στον ν. 2791/01 προβλέπεται πλέον ρητώς πως, αν μεταξύ αιγιαλού και δημόσιας οδού[20] παρεμβάλλεται ιδιωτικό ακίνητο, πρέπει να υπάρχει ελεύθερη δίοδος για την ακώλυτη και ασφαλή πρόσβαση στον αιγιαλό από τη δημόσια οδό, σύμφωνα με την πολεοδομική νομοθεσία, ενώ με τις επείγουσες ρυθμίσεις του άρθρου 52 του ν. 4559/18 δύναται σε περιπτώσεις περιφράξεων σε ζώνη αιγιαλού κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 23 του ν. 1337/1983 να εκδοθεί απόφαση κατεδάφισής τους. Σχετική είναι και η Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου 10/10.08.2018[21], με την οποία παρέχονται διευκρινίσεις για τη διαδικασία εκτέλεσης των πράξεων κατεδάφισης από το Τμήμα Επιθεώρησης Δόμησης και Κατεδαφίσεων της Ειδικής Γραμματείας Σώματος Επιθεωρητών και Ελεγκτών του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας[22], όπως και το άρθρο 66 του ν. 4602/ 19[23], στο οποίο προβλέπεται πως σε περίπτωση που κατασκευές που περιγράφονται σε υπό εκτέλεση πρωτόκολλο κατεδάφισης έχουν διαφοροποιηθεί βάσει των συγκεκριμένων αναφερόμενων χαρακτηριστικών, θεωρούνται μέρος του υπό εκτέλεση πρωτοκόλλου κατεδάφισης και κατεδαφίζονται με την ήδη εκδοθείσα απόφαση, χωρίς να είναι απαιτητή η έκδοση νέου πρωτοκόλλου κατεδάφισης.

Σχετικώς, με το άρθρο 89 του ν. 4495/17 απαγορεύεται η μεταβίβαση δικαιώματος ακινήτου ή αυτοτελούς διηρημένης ιδιοκτησίας ή η σύσταση εμπράγματου δικαιώματος σε ακίνητο στο οποίο έχει εκτελεστεί αυθαίρετη κατασκευή ή έχει εγκατασταθεί αυθαίρετη αλλαγή χρήσης εφόσον αυτή βρίσκεται σε αιγιαλό ή σε ζώνη παραλίας, με εξαίρεση την ύπαρξη των εν λόγω κατασκευών πριν από την οριοθέτηση της παραλίας.

Μάλιστα, με το άρθρο 41 του ν. 4607/19[24] ορίστηκε η υποχρέωση κατεδάφισης όλων των παρανόμων κατασκευών που εμποδίζουν την ελεύθερη πρόσβαση σε αιγιαλό και παραλία μέσα σε προθεσμία 6 μηνών από την δημοσίευση του νόμου αυτού, η οποία βέβαια είναι αμφίβολο το κατά πόσο έχει τύχει ουσιαστικής εφαρμογής μέχρι σήμερα, ειδικά έχοντας υπόψη το άρθρο 247 του ν. 4782/  2021[25], με το οποίο ανεστάλη η εκτέλεση μέχρι την 31η Οκτωβρίου 2021 των πρωτοκόλλων κατεδάφισης και διοικητικής αποβολής για έργα κάθε είδους που έχουν κατασκευαστεί στον αιγιαλό και την παραλία, χωρίς να υφίσταται απόφαση παραχώρησης της χρήσης αυτών και που υφίστανται κατά τον χρόνο έναρξης ισχύος του νόμου αυτού, με την αιτιολογία καθυστέρησης της νομιμοποίησης/τακτοποίησης ή/και επισκευής από τους ιδιοκτήτες τους λόγω της μη ομαλούς λειτουργίας των αρμόδιων Διοικητικών Υπηρεσιών κατά τη διάρκεια της συνεχιζόμενης πανδημίας COVID-19.

Το θέμα των περιφράξεων

Άρθρο 21 ν. 4495/17, περ. γγ)

α) Οι περιφράξεις ξενοδοχείων

Μία εξαιρετική διάταξη σχετική με τις περιφράξεις, η οποία χρήζει σχολιασμού, είναι η περίπτωση γγ του άρθρου 21 του ν. 4495/17[26], σύμφωνα με την οποία περιλαμβάνεται στις αρμοδιότητες των Συμβουλίων Πολεοδομικών Θεμάτων και Αμφισβητήσεων (ΣΥ.ΠΟ.Θ.Α.), μεταξύ άλλων, η γνωμοδότηση για την κατ’ εξαίρεση περίφραξη ξενοδοχείων. Συγκεκριμένα, αν και ο παλαιός νόμος 1337/1983 απαγόρευε πλήρως τις περιφράξεις σε περιοχές εκτός εγκεκριμένων σχεδίων πόλεων ή οικισμών προ του 1923 και σε ζώνη πλάτους 500 μ. από την ακτή, είχε συμπεριληφθεί στο άρθρο 23 αυτού εξουσιοδοτική διάταξη για έκδοση π.δ., με το οποίο θα προβλέπονταν κατ’ εξαίρεση επιτρεπτές περιφράξεις σε περίπτωση που κρίνονταν αναγκαίες για την προστασία καλλιεργειών ή για άλλες ειδικές χρήσεις. Το Προεδρικό Διάταγμα που ακολούθησε αυτής της διάταξης, ήτοι το π.δ. 236/18.5/22.6.1984[27] προέβλεπε αρκετές περιπτώσεις επιτρεπτών περιφράξεων σε ζώνη πλάτους 500 μ. από την ακτή, με τις περιφράξεις να τοποθετούνται σε απόσταση μόλις 50 μέτρων από τη γραμμή αιγιαλού, μεταξύ άλλων, σε περιπτώσεις όχι μόνο ειδικών καλλιεργειών και εγκαταστάσεων γεωργικών, κτηνοτροφικών, αλιευτικών και λοιπών αγροτικών δραστηριοτήτων, αλλά για ένα εξαιρετικά ευρύ κύκλο δραστηριοτήτων, εντός του οποίου περιλαμβάνονται οι τουριστικές και βιομηχανικές εγκαταστάσεις, τα κτίρια κοινωνικής πρόνοιας και περίθαλψης, σωφρονιστικά ιδρύματα, εγκαταστάσεις τεχνικής εξυπηρέτησης οικισμών κ.α., υπό τις προϋποθέσεις βέβαια να αφήνεται απερίφρακτο τμήμα γηπέδου πλάτους 2,5 ή 3 μέτρων τουλάχιστον στο ένα όριο του γηπέδου και με συνολικό ύψος περίφραξης έως 2,5 μέτρα.

Σε κάθε περίπτωση, με την προαναφερθείσα εν ισχύ διάταξη του ν. 4495/17, δίνεται η δυνατότητα, παρόλο το αυστηρό τυπικό πλαίσιο απαγόρευσης των περιφράξεων λόγω της κοινοχρησίας αφενός και της ευαισθησίας αφετέρου του αιγιαλού και της παραλίας, για περίφραξη ακόμα και στα 50 μέτρα από τη γραμμή αιγιαλού για τουριστικές – ξενοδοχειακές εγκαταστάσεις. Λόγω της πρόβλεψης της παραπάνω εξαιρετικής δυνατότητας, κρίσιμη θεωρείται εν προκειμένω η γνωμοδότηση του ΣΥΠΟΘΑ, το οποίο θα κληθεί να κρίνει για το αναγκαίο της εκάστοτε περίφραξης σε κάθε ξεχωριστή περίπτωση.

β) Η παροχή γνώμης από το Συμβούλιο Αρχιτεκτονικής

Άρθρο 7 § 1 ν. 4495/17, στ. ιβ

Παράλληλα, σύμφωνα με το στοιχείο ιβ της § 1 του άρθρου 7 του ν. 4495/17, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 46 ν. 4759/2020, προβλέπεται πως στις αρμοδιότητες των Συμβουλίων Αρχιτεκτονικής που συγκροτούνται με απόφαση του Συντονιστή Αποκεντρωμένης Διοίκησης περιλαμβάνεται η  παροχή σύμφωνης γνώμης επί των αρχιτεκτονικών μελετών για κάθε οικοδομική εργασία σε απόσταση μικρότερη των εκατό (100) μέτρων από τη γραμμή παραλίας. Σημειώνεται πως τα Συμβούλια Αρχιτεκτονικής αποτελούν εν τοις πράγμασι το διάδοχο συλλογικό όργανο των Επιτροπών Πολεοδομικού και Αρχιτεκτονικού Ελέγχου (Ε.Π.Α.Ε), όσον αφορά στην αρμοδιότητα γνωμοδότησης επί αρχιτεκτονικών μελετών και στις περιπτώσεις όπου η έγκριση των αρχιτεκτονικών μελετών από τις Ε.Π.Α.Ε επιβάλλεται από διατάξεις του εκάστοτε ισχύοντος πολεοδομικού κανονιστικού πλαισίου (όπως πολεοδομικό σχεδιασμό πρώτου επιπέδου, αποφάσεις οριοθέτησης και καθορισμού όρων δόμησης οικισμών, π.δ. Ζωνών Οικιστικού Ελέγχου όπως και π.δ. Προστασίας)[28].

Η παρέκκλιση στην απόλυτη προστασία αιγιαλού και παραλίας

Κατά παρέκκλιση του πλαισίου αυστηρής προστασίας του αιγιαλού και της παραλίας, ήτοι της γενικότερης απαγόρευσης παραχώρησης της αποκλειστικής χρήσης τους[29], χορηγείται εκ του νομοθέτη η δυνατότητα μερικής εξαίρεσης από τη γενική αυτή απαγόρευση, με την παραχώρησης του δικαιώματος απλής χρήσης και της χρήσης για εκτέλεση έργων, η οποία εννοείται ως κάθε χρήση, εφόσον από αυτή δεν παραβιάζεται ο προορισμός του αιγιαλού/της παραλίας ως κοινόχρηστων πραγμάτων και δεν επέρχεται αλλοίωση στη φυσική μορφολογία τους και τα βιοτικά στοιχεία τους. Η παραχώρηση συντελείται ύστερα από στάθμιση των διακυβευόμενων συμφερόντων, υπό την προϋπόθεση ότι:

α) Οι όποιες επεμβάσεις δεν θα επιφέρουν ουσιώδη και, κυρίως, ανεπίστρεπτη βλάβη των παράκτιων οικοσυστημάτων, βάσει της αρχής της προφύλαξης και της ιδιότητας του φυσικού περιβάλλοντος ως υπέρτατο δημόσιο αγαθό,

β) θα θεμελιώνονται σε επιστημονικές μελέτες, όπως η Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΜΠΕ), η ακτομηχανική και κάθε είδους τεχνική μελέτη,

γ) θα εξυπηρετούν υπέρτερους λόγους δημοσίου συμφέροντος,

δ) θα υπακούουν σε ένα ευρύτερο χωροταξικό πλαίσιο ρύθμισης των χρήσεων γης και δεν θα συνιστούν ευκαιριακές ή σημειακές παρεμβάσεις[30], στο πλαίσιο της ενότητας της έννομης τάξης και

ε) θα εξυπηρετείται, ή τουλάχιστον δεν θα αναιρείται η κοινοχρησία του αιγιαλού και της παραλίας ως απόρροια της ιδιότητάς τους ως δημόσια πράγματα.

Η νομική φύση της παραχώρησης

Άρθρο 15 ν. 2971/01

Γενικά, το άρθρο 15 του ν. 2971/01 ορίζει πως η πράξη παραχώρησης υπόκειται πάντοτε σε μονομερή ανάκληση από το Δημόσιο για λόγους υπέρτερου δημοσίου συμφέροντος, είναι πράξη προσωποπαγής, άρα απαγορεύεται η μερική ή ολική μεταβίβασή της, με εξαίρεση την αξιοποίηση δημοσίων ακινήτων του άρθρου 14 του ν. 3986/11, και ανακαλείται εάν διαπιστωθεί παράβαση νόμου ή όρων της πράξης παραχώρησης.

Η διαχείριση των κοινόχρηστων πραγμάτων και άρα, εν προκειμένω, η παραχώρησή τους, αντιδιαστέλλεται προς τη διαχείριση της ιδιωτικής περιουσίας του Δημοσίου και έχει επανειλημμένα κριθεί πως αποτελεί άσκηση δημόσιας εξουσίας[31]. Συγκεκριμένα, έχει κριθεί από το ΣτΕ πως η πράξη, με την οποία, στα πλαίσια της διαχειρίσεως των κοινοχρήστων πραγμάτων, παραχωρούνται ιδιαίτερα δικαιώματα επί αυτών, ανήκει στον πυρήνα της κρατικής εξουσίας, αφού η παραχώρηση αυτή έχει ως άμεση και αναγκαία συνέπεια την ευθεία επέμβαση στο δικαίωμα των τρίτων προς ακώλυτη χρήση του κοινοχρήστου πράγματος, σύμφωνα με τον προορισμό του. Ενόψει αυτού, τέτοιου είδους διοικητικές πράξεις, με τις οποίες παραχωρούνται ιδιαίτερα δικαιώματα επί κοινοχρήστων πραγμάτων, αποτελούν εκτελεστές διοικητικές πράξεις, διότι εκδίδονται κατ’ ενάσκηση δημοσίας εξουσίας και αποβλέπουν σε δημόσιο σκοπό[32], και άρα υπόκεινται στον ακυρωτικό έλεγχο του Συμβουλίου της Επικρατείας.

Για παράδειγμα, κρίθηκε ότι όταν η ΕΤΑΔ, κρατικό νομικό πρόσωπο που διέπεται από το ιδιωτικό δίκαιο, εκδίδει μονομερείς πράξεις που αφορούν τη διαχείριση του αιγιαλού, στο πλαίσιο κατάρτισης σύμβασης παραχώρησης σε ιδιώτες, τότε η πράξη της αυτή αποτελεί διοικητική πράξη που εκδίδεται από διφυές νομικό πρόσωπο, στο πλαίσιο άσκησης δημόσιας εξουσίας και προς επιδίωξη δημοσίου σκοπού[33].

Οι περιπτώσεις παραχώρησης

Ευλόγως, όταν στην παραχωρούμενη έκταση περιλαμβάνονται αρχαιολογικοί χώροι, μνημεία και ιστορικοί τόποι, απαιτείται η σύμφωνη γνώμη του Υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού, ενώ όταν περιλαμβάνονται προστατευόμενες περιοχές[34], απαιτείται η σύμφωνη γνώμη του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας. Παρακάτω, γίνεται μία προσπάθεια να καταγραφεί υπό τη μορφή πινάκων, για πρώτη φορά, το πλέγμα όλων των διατάξεων που αφορούν επεμβάσεις σε αιγιαλό και παραλία, με την παράθεση των συγκεκριμένων κατηγοριών έργων και δραστηριοτήτων, του οικείου άρθρου και σχετικών παρατηρήσεων.


ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΕΔΩ

https://ecopress.gr/aigialos-paralia-ti-isxyei/