29.8.26

ΣΙΘΩΝ: Είκοσι χρόνια μετά, μια ελληνική ιδέα για τις δασικές πυρκαγιές - Η πευκόφυτη χερσόνησος της Σιθωνίας αποτέλεσε το πεδίο εφαρμογής.


 Υπάρχουν ερευνητικά προγράμματα που ολοκληρώνονται, παραδίδονται, αρχειοθετούνται και κάποια στιγμή ξεχνιούνται. Υπάρχουν όμως και ορισμένα που εξακολουθούν να σε ακολουθούν, επειδή, κοιτάζοντάς τα ύστερα από χρόνια, διαπιστώνεις ότι η αρχική ιδέα τους ήταν πολύ μπροστά από την εποχή της.

Το ΣΙΘΩΝ είναι ένα από αυτά.
Η ιστορία του άρχισε το 2003. Εκείνη την εποχή, τα ασύρματα δίκτυα ήταν ουσιαστικά άγνωστα στις εφαρμογές που εμείς θέλαμε να αναπτύξουμε για τη δασοπροστασία. Δεν υπήρχε κάποια έτοιμη λύση που θα μπορούσαμε απλώς να αγοράσουμε και να εγκαταστήσουμε. Υπήρχε όμως ένα μεγάλο και διαχρονικό πρόβλημα: ο χρόνος που χανόταν από τη στιγμή που ξεσπούσε μια δασική πυρκαγιά μέχρι να εντοπιστεί, να αναγγελθεί και να κινητοποιηθούν οι δυνάμεις για την πρώτη προσβολή.
Ως δασολόγος και ερευνητής στο Ινστιτούτο Δασικών Ερευνών, θεωρούσα ότι έπρεπε να αναζητήσουμε μια διαφορετική λύση.
Η ιδέα ήταν να δημιουργηθεί ένα ολοκληρωμένο σύστημα έγκαιρου εντοπισμού, αναγγελίας και παρακολούθησης των δασικών πυρκαγιών. Ένα σύστημα που θα συνδύαζε επίγεια οπτική τηλεανίχνευση, εναέρια θερμική απεικόνιση, ασύρματες επικοινωνίες και γεωγραφικά δεδομένα και θα μετέφερε την πληροφορία σε ένα κέντρο συντονισμού. Στόχος δεν ήταν απλώς να εντοπίζεται η φωτιά. Ήταν να μειωθεί ο χρόνος εντοπισμού, ο χρόνος πρώτης προσβολής και, κυρίως, ο χρόνος λήψης αποφάσεων.
Σήμερα όλα αυτά μπορεί να ακούγονται σχεδόν αυτονόητα. Το 2003 δεν ήταν.
Στην πρώτη αυτή προσπάθεια είχα την αμέριστη συμπαράσταση του άμεσου συνεργάτη μου Δρ. Γιώργου Τσιουρλή. Στη συνέχεια χρειάστηκε να συγκροτήσουμε μια μεγάλη διεπιστημονική ομάδα. Συμμετείχαν το Ινστιτούτο Δασικών Ερευνών, το ΑΠΘ, το Πανεπιστήμιο Αιγαίου, το Εθνικό Αστεροσκοπείο Αθηνών, το Ινστιτούτο Επιταχυντικών Συστημάτων και Εφαρμογών, τέσσερις ιδιωτικές επιχειρήσεις που συγχρηματοδότησαν το πρόγραμμα, το Πυροσβεστικό Σώμα και η Γενική Διεύθυνση Ανάπτυξης και Προστασίας Δασών και Φυσικών Πόρων.
Το εγχείρημα ήταν από τη φύση του διεπιστημονικό. Η δασική επιστήμη έπρεπε να συναντήσει την τηλεπισκόπηση, τα Γεωγραφικά Συστήματα Πληροφοριών, τις τηλεπικοινωνίες, την πληροφορική, την αεροπορική τεχνολογία και την επιχειρησιακή γνώση της δασοπυρόσβεσης.
Αυτό ήταν και το μεγάλο πλεονέκτημα του ΣΙΘΩΝ.
Δεν σχεδιάστηκε ως μια συσκευή. Σχεδιάστηκε ως ένα ολοκληρωμένο επιχειρησιακό σύστημα.

ΑΠΟ ΤΟ ΔΑΣΟΣ ΣΤΟ ΚΕΝΤΡΟ ΣΥΝΤΟΝΙΣΜΟΥ
Η πευκόφυτη χερσόνησος της Σιθωνίας αποτέλεσε το πεδίο εφαρμογής. Εκεί δημιουργήθηκε ασύρματο δίκτυο επίγειας τηλεανίχνευσης, με πυλώνες εγκατεστημένους σε επιλεγμένες θέσεις του δάσους. Τα δεδομένα μεταφέρονταν ασύρματα προς το κέντρο συντονισμού, όπου δημιουργήθηκε ειδική αίθουσα λήψης και επεξεργασίας.
Παράλληλα, αναπτύχθηκε η εναέρια τηλεανίχνευση. Χρησιμοποιήθηκε θερμική κάμερα και αναπτύχθηκε η τεχνολογία που επέτρεπε τον συγχρονισμό των λήψεων με τα δεδομένα GPS/INS και τη γεωαναφορά των θερμογραφιών.
Το σύστημα, όμως, δεν περιοριζόταν στην εικόνα της φωτιάς.
Γνωρίζαμε ότι για να πάρει κάποιος σωστή επιχειρησιακή απόφαση πρέπει να γνωρίζει και τον χώρο μέσα στον οποίο εξελίσσεται η πυρκαγιά. Για τον λόγο αυτό χαρτογραφήθηκαν οι φυτοκοινωνίες, η φυτοκάλυψη, η ηλικία και άλλα δομικά χαρακτηριστικά της βλάστησης. Εκτιμήθηκαν η βιομάζα και η νεκρή βιομάζα και δημιουργήθηκε χάρτης καύσιμης ύλης.
Έτσι, η φωτιά δεν εμφανιζόταν απλώς ως μια κουκκίδα πάνω σε έναν χάρτη. Συνοδευόταν από τη γνώση του χώρου μέσα στον οποίο βρισκόταν.
Η ΗΜΕΡΑ ΤΗΣ ΕΠΙΔΕΙΞΗΣ
Κάποια στιγμή ήρθε η ώρα της αλήθειας.
Την ημέρα της επίδειξης του συστήματος βρίσκονταν εκεί εκπρόσωποι της Πυροσβεστικής και της Δασικής Υπηρεσίας, εκπρόσωποι άλλων φορέων, δημοσιογράφοι ελληνικών και ξένων μέσων ενημέρωσης. Όλοι ήθελαν να δουν αν το σύστημα μπορούσε πραγματικά να κάνει όσα υποσχόταν.
Δεν χρειάστηκαν πολλές εξηγήσεις.
Ξεκίνησαν εστίες φωτιάς σε διάφορα σημεία της Σιθωνίας.
Οι επίγειες κάμερες εντόπιζαν την έναρξή της σχεδόν από τη γέννησή της. Σε ορισμένες περιπτώσεις, μάλιστα, μπορούσαν να καταγράψουν ακόμη και τον άνθρωπο που την είχε προκαλέσει.
Ακολούθησε η εναέρια τηλεανίχνευση. Το αεροπλάνο εντόπιζε τις εστίες και έδινε άμεσα τις συντεταγμένες της.
Στο κέντρο συντονισμού, οι υπολογιστές άρχισαν να συνθέτουν την εικόνα.
Δεν υπήρχε πλέον μόνο η πληροφορία ότι «κάπου υπάρχει φωτιά».
  • Υπήρχε το ακριβές σημείο.
  • Υπήρχε ο χάρτης της περιοχής.
  • Υπήρχε το οδικό δίκτυο και τα συντομότερα διαθέσιμα δρομολόγια προσέγγισης των πυροσβεστικών δυνάμεων.
  • Υπήρχε η πληροφορία για τη βλάστηση και την καύσιμη ύλη.
  • Υπήρχε η δυνατότητα εκτίμησης της πιθανής πορείας της πυρκαγιάς.
Και, ίσως το σημαντικότερο, υπήρχαν καταγεγραμμένες οι ανθρώπινες κατασκευές που μπορούσαν να απειληθούν.
Ο συντονιστής μπορούσε μέσα στα πρώτα λεπτά να έχει μπροστά του μια ολοκληρωμένη επιχειρησιακή εικόνα της πυρκαγιάς και της περιοχής.
Ο χρόνος εντοπισμού ήταν μικρότερος από πέντε λεπτά, η μεταφορά των δεδομένων στο κέντρο μπορούσε να γίνει σε λιγότερο από ένα λεπτό και μέσα στα πρώτα πέντε έως έξι λεπτά υπήρχε διαθέσιμο ένα σύνολο πληροφοριών που μέχρι τότε απαιτούσε χρόνο, εμπειρία και πολλές διαφορετικές πηγές.
Εκείνη τη στιγμή κατάλαβα ότι η ιδέα είχε γίνει πράξη.
Η τεχνολογία δεν ήταν πλέον μια υπόσχεση σε ένα ερευνητικό πρόγραμμα. Λειτουργούσε μπροστά στα μάτια όλων.
Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ
Το πρόγραμμα ολοκληρώθηκε χωρίς αποκλίσεις από το Τεχνικό Δελτίο και επιτεύχθηκαν οι στόχοι που είχαν τεθεί. Το σύστημα εφαρμόστηκε δοκιμαστικά στη Σιθωνία και στη συνέχεια εγκαταστάθηκε και σε άλλες περιοχές της Ελλάδας με πρωτοβουλίες της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, μεταξύ των οποίων η Ανατολική Αττική, η Άρτα, η Κορινθία, η Κρήτη και η Θεσσαλονίκη.
Η Γενική Γραμματεία Έρευνας και Τεχνολογίας αξιολόγησε το ΣΙΘΩΝ ως σημαντική περίπτωση ερευνητικής και τεχνολογικής δράσης και το συμπεριέλαβε στις μελέτες περίπτωσης, ως case study.
Για την παρουσίασή του κληθήκαμε σε διάφορες ευρωπαϊκές χώρες. Η σημαντικότερη στιγμή για μένα ήρθε όταν το ΣΙΘΩΝ επιλέχθηκε για παρουσίαση στις Βρυξέλλες, στην έδρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στο πλαίσιο παρουσίασης έργων που μπορούσαν να συμβάλουν στη βελτίωση της αντιμετώπισης των δασικών πυρκαγιών.
Εκεί κλήθηκα να παρουσιάσω προσωπικά το έργο.
Θυμάμαι ακόμη την αίσθηση εκείνης της στιγμής. Μια ιδέα που είχε γεννηθεί το 2003 στην Ελλάδα, όταν τα ασύρματα δίκτυα ήταν σχεδόν άγνωστα για τέτοιες εφαρμογές, βρισκόταν πλέον στο κέντρο μιας ευρωπαϊκής συζήτησης για το μέλλον της αντιμετώπισης των δασικών πυρκαγιών.
Τα συγχαρητήρια που δεχθήκαμε από ανθρώπους της επιστημονικής και πολιτικής κοινότητας είχαν ιδιαίτερη σημασία.
Όχι επειδή ήταν προσωπικά.
Αλλά επειδή αποτελούσαν μια αναγνώριση της δουλειάς μιας ολόκληρης ελληνικής επιστημονικής ομάδας.
ΚΑΙ ΜΕΤΑ ΗΡΘΕ Η ΕΛΛΑΔΑ
Και εδώ αρχίζει ίσως το πιο παράδοξο κεφάλαιο της ιστορίας.
Όταν ολοκληρώθηκε το πρόγραμμα, έπρεπε να παραδώσουμε τον εξοπλισμό. Κάμερες, υπολογιστές, τηλεπικοινωνιακός εξοπλισμός και όλη η υποδομή που είχε δημιουργηθεί με σημαντική δημόσια χρηματοδότηση και συμμετοχή των ιδιωτικών επιχειρήσεων.
Το πρόβλημα ήταν απλό.
Ποιος θα τον παραλάμβανε;
  • Η Πυροσβεστική Υπηρεσία αρνήθηκε, θεωρώντας ότι το σύστημα αφορούσε την πρόληψη των δασικών πυρκαγιών και επομένως ήταν αρμοδιότητα της Δασικής Υπηρεσίας.
  • Η Δασική Υπηρεσία, από την άλλη, αρνήθηκε επίσης, θεωρώντας ότι επρόκειτο για σύστημα εποπτείας περιοχών, άρα αρμοδιότητα της Πυροσβεστικής.
Και έτσι φτάσαμε στο ελληνικό παράδοξο.
Η Ευρώπη μας καλούσε να παρουσιάσουμε το έργο ως παράδειγμα καινοτομίας και στην Ελλάδα οι δύο βασικές υπηρεσίες προσπαθούσαν να αποφασίσουν ποια από τις δύο δεν ήταν αρμόδια να παραλάβει τον εξοπλισμό.
Δεν ξέρεις αν πρέπει να γελάσεις ή να θυμώσεις.
Ίσως πρέπει να κάνεις και τα δύο.
Γιατί το περιστατικό αυτό δεν αφορά μόνο το ΣΙΘΩΝ. Αποτυπώνει ένα διαχρονικό πρόβλημα της ελληνικής διοίκησης. Μπορεί η επιστήμη να δημιουργήσει μια λύση, μπορεί η τεχνολογία να την κάνει πράξη, μπορεί η πολιτεία να τη χρηματοδοτήσει και η Ευρώπη να την αναγνωρίσει. Αν όμως δεν έχει καθοριστεί από την αρχή ποιος θα αξιοποιήσει το αποτέλεσμα, υπάρχει πάντα ο κίνδυνος η καινοτομία να μείνει χωρίς αποδέκτη.
ΕΙΚΟΣΙ ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΤΑ
Κοιτάζοντας σήμερα πίσω, δεν θα ισχυριστώ ότι το ΣΙΘΩΝ μπορούσε μόνο του να λύσει το πρόβλημα των δασικών πυρκαγιών. Κανένα τεχνολογικό σύστημα δεν μπορεί.
Μπορώ όμως να πω ότι πέτυχε τον βασικό του στόχο.
Έδωσε τη δυνατότητα να εντοπίζεται μια πυρκαγιά πολύ νωρίς, να μεταφέρεται η πληροφορία σχεδόν αμέσως και να αποκτά ο συντονιστής μέσα στα πρώτα λεπτά μια ολοκληρωμένη εικόνα του συμβάντος και της περιοχής.
Η ίδια η αξιολόγηση της ΓΓΕΤ κατέγραψε ότι το ΣΙΘΩΝ πέτυχε να μειώσει τον χρόνο εντοπισμού, τον χρόνο πρώτης προσβολής και τον χρόνο λήψης αποφάσεων, ενώ παράλληλα βελτίωσε τον συντονισμό των εμπλεκόμενων δυνάμεων.
Είκοσι χρόνια μετά, η τεχνολογία που τότε μας φαινόταν πρωτοποριακή έχει γίνει σε μεγάλο βαθμό μέρος της καθημερινότητάς μας. Οι ασύρματες επικοινωνίες, η τηλεπισκόπηση, τα GIS και η θερμική απεικόνιση έχουν εξελιχθεί εντυπωσιακά.
Η ιδέα όμως παραμένει.
Και ίσως αυτό να είναι το σημαντικότερο.
Στην έρευνα δεν πρέπει να περιμένεις να γίνει κάτι αυτονόητο για να το προτείνεις. Πρέπει να μπορείς να δεις λίγο πιο πέρα από την εποχή σου.
Το 2003 προσπαθήσαμε να δώσουμε στη δασοπροστασία κάτι που τότε δεν υπήρχε: τη δυνατότητα να βλέπει τη φωτιά σχεδόν από τη γέννησή της, να γνωρίζει αμέσως πού βρίσκεται, τι υπάρχει γύρω της και πώς μπορούν να κινηθούν γρηγορότερα οι δυνάμεις.
Το ΣΙΘΩΝ γεννήθηκε στην Ελλάδα, σχεδιάστηκε από Έλληνες επιστήμονες και τεχνικούς, χρηματοδοτήθηκε σε μεγάλο βαθμό από τη ΓΓΕΤ και δοκιμάστηκε στο ελληνικό δάσος.
Και αν υπάρχει ένα συμπέρασμα που κρατώ είκοσι χρόνια μετά, είναι αυτό:
Η έρευνα αξίζει όταν τολμά να δημιουργήσει αυτό που ακόμη δεν υπάρχει.
Γιατί αν περιμένεις πρώτα να γίνει γνωστό, δοκιμασμένο και αυτονόητο, τότε δεν κάνεις έρευνα.
Απλώς αγοράζεις έτοιμες λύσεις.